Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Η πρόσκληση





Και πάλι δεν είμαι εγώ. Και πάλι φορώ το πουκάμισο με τα τεράστια μανίκια και τεντώνω τα χέρια να βγουν τα δάχτυλα από τις άκρες, να φτάσουν το μαχαίρι ή το μολύβι, να χαράξουν σύνθημα ελευθερίας ή βοήθειας προς τους περαστικούς... αυτούς τους απελπισμένους ναυαγούς που σεργιανίζουν τα πνιγμένα κορμιά τους στα πεζοδρόμια της μαύρης θάλασσας των αγνοουμένων της Ζωής.

Κοιτάζω το εκκρεμές που στέκεται ακίνητο στο μέγιστο της ταλάντωσής του κρατώντας βαθιά αναπνοή στα χείλη του χρόνου που παγώνει σ' αυτόν τον χειμώνα των ναρκωμένων ανθρώπων. Σ' αυτό το νεκρό δευτερόλεπτο κατανοώ πως δεν μπορεί να με σώσει κανείς. Όλοι οι νεκροί χοροπηδούν πάνω στα πλακάκια με τα σκορπισμένα κόλλυβα και λαχανιάζουν να προλάβουν τις προθεσμίες για να εξοικονομήσουν λίγο χρόνο να ζήσουν την αγωνία του θανάτου τους. Πολυτέλεια να βιώνεις την αγωνία του θανάτου. Σημαίνει πως έχεις χρόνο Ελεύθερο. Σημαίνει πως η Ψυχή σου πετά Ελεύθερη πάνω από το χλωμό φεγγάρι που κείτεται νεκρό στο φέρετρο του ουρανού χιλιετίες τώρα.

Κοιτάζω από το παράθυρο με τα κάγκελα. Στα τρύπια μάτια υπάρχουν κρεμασμένα post it που υπενθυμίζουν το πεπερασμένο της ζωής. Τα ξυπνητήρια και οι καμπάνες προειδοποιούν για κάτι Μεγάλο που έρχεται. Δώστε μου  κι εμένα μία πρόσκληση στο χέρι. Μην μ' αφήνετε έξω από τη γιορτή. Τεντώνω τα χέρια  να βγουν από τα πελώρια μανίκια αυτού του λευκού πουκάμισου. Δεν μου έμεινε άλλο μπόι. Το έριξα όλο στην παιδική μου ηλικία. Τώρα μόνο συρρικνώνομαι και μου πλέουν τα ρούχα, καθώς το κορμί μου χάνεται στα ρεύματα της θάλασσας αυτής της στείρας πόλης και η Ψυχή μου βυθίζεται στον ωκεανό της αναζήτησης.

Σας παρακαλώ πάρτε εσείς το ψαλίδι που στέκει με το στόμα ανοιχτό και δεν τολμά να  κόψει το νήμα, και κόψτε μου το παραπανίσιο ύφασμα που κρύβει το διψασμένο μου δέρμα. Δώστε μου μία ευκαιρία  να απλώσω το γυμνό μου χέρι προς τον καθρέφτη και να με σώσω. Και χαρίστε μου μία πρόσκληση για τη γιορτή, την κηδεία, την επέτειο, τα εγκαίνια αυτού του Σήμερα που μόλις συνειδητοποίησε πως έπεσε στα χέρια των ανθρώπων αποφάσισε να αυτοκτονήσει.