Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.

Κάθε παραμύθι η ιδιωτική Αλήθεια του καθενός.
Ο Νους που επινόησε μία Ιδέα, ποτέ δεν επιστρέφει στις προηγούμενες διαστάσεις του.

Η ευθύνη..

~Η ευθύνη~
Για ό,τι γράφεται σ'αυτό το χώρο δεν ευθύνεται το χέρι που γράφει.
Ευθύνεται αποκλειστικά και μόνο το Κίνητρο, που αδράχνεται μέσα από το σωρό του Μεγάλου Τίποτε,
από το ... χέρι που γράφει.

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

~Ανελκυστήρας με Κήπο~



Μαζεύτηκε κόσμος και σπρώχνεται η Ζωή στο κέντρο των διαμαρτυριών ή στο περιθώριο των εκρήξεων. Δεν υπάρχουν ηλικίες πια. Μόνο Άνθρωποι. Άντρες και Γυναίκες. Πρόσωπα χωρίς όνομα, μάζες χωρίς περιουσία, πλήθος με συσσωρευμένη πείνα, κόσμος που φλέγεται.

Ξυπνώ από τις φωνές που πηδούν στο δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο. Μυρίζει καπνός, ιδρώτας και αγανάκτηση. Πεινάω. Έχω να βάλω κάτι στο στόμα μου από χθες. Δοκίμασα κάτι ξαναζεσταμένες υποσχέσεις πολιτικών γευμάτων που σερβίρονται στα σπίτια των υποσιτισμένων Ανθρώπων μέσω της ιδιωτικοποιημένης κρατικής ραδιοφωνίας.  Μετά νεκρή με ένα βιβλίο αγκαλιά διέσχιζα ωκεανούς από σκέψεις πάνω στο τσαλακωμένο σεντόνι, που ήθελε να μοιάσει με τη Ζωή μου.

Σηκώνομαι απότομα, όπως οφείλει να πετάγεται η συνείδηση όταν κάτι συμβαίνει και αναιρεί τις Αξίες. Κάθε φορά που σηκώνομαι ζαλίζομαι. Ο σίδηρος χαμηλός. Η φερριτίνη στο 3.  Τα κόκκινα χαπάκια κρύβονται όταν τα χρειάζομαι. Οι κόκκινοι συναγερμοί ποτέ. Τα κόκκινα φανάρια ποτέ. Οι κόκκινες απαγορεύσεις ποτέ. Τα χαπάκια πάντα.

Πρέπει να ασχοληθώ λίγο με το σπίτι και λίγο με τον Εαυτό μου, ή πολύ!... Δεν με έχεις δει στις καθημερινές μου συνήθειες. Με τα μαλλιά πιασμένα ουρά να κουβαλώ σακούλες, να κουβαλάω σκέψεις, να ξεσκονίζω το σπίτι, να ξεσκονίζω σκέψεις, να πλένω χαλιά, να ξεπλένω σκέψεις, να μαγειρεύω παστίτσιο, να μαγειρεύω σκέψεις.
Ντύνομαι.

Τρία κόκκινα κουμπιά στο μπλουζάκι. Κουμπώνομαι. Τρία κόκκινα κουμπιά στο ασανσέρ. Κλειδώνομαι. Σταματά το ρεύμα και η Σκέψη. Τόση εξάρτηση πια!...
Κοιτάζω με απάθεια το κουμπί του ισογείου που έμεινε αναμμένο. Τι ειρωνεία, να κλειδώνεσαι κάπου όταν ξέρεις πως δε θα σε ψάξει κανείς!...

Αυτή την πρόκληση την έχω οραματιστεί. Όχι με τον κλωβό του ανελκυστήρα, μα με ένα κελί. Σκοτεινό,  μικρό, με ξεφλουδισμένους τοίχους, χωρίς ράντσο, χωρίς παράθυρο, χωρίς τουαλέτα, χωρίς πιάτο πεταμένο με αποφάγια θαρρείς... Χωρίς τίποτα. Σαν να μην είναι φυλακή για το Σώμα , μα για το Μυαλό και Εγώ να καλούμαι ενστικτωδώς να αποδράσω.

Η πιο μεγάλη πρόκληση. Όλα τρομάζουν, μέχρι την στιγμή που θα κλείσεις τα μάτια. Μετά κενό για μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα αρχίζεις να περπατάς στο βατήρα ενός ημιφωτισμένου κήπου με φυτεμένους ανθρώπους στα παρτέρια. Όλα μετέωρα. Από τα μάτια τους πετάγονται ανθισμένες σπίθες ικεσίας. Από τα δάχτυλά τους προεξέχουν κλαδιά αδράνειας κι ανικανότητας αυτοσωτηρίας. Από τη ρωγμή μιας ανείπωτης συλλαβής στο στόμα τους φαίνεται μία κομμένη γλώσσα που μόλις πέταξε το πρώτο μπουμπούκι συλλαβής, μα δεν τολμά να το κάνει κραυγή. Είπα να σκύψω να μυρίσω την λέξη στο στόμα ενός Παιδιού. Έκλεισε απότομα τα δόντια του και τρόμαξαν οι Αισθήσεις μου που κουβαλούσαν ακόμη τους γήινους φόβους τους.

Έφτασα στο συντριβάνι. Νούφαρα από ανοιχτές παλάμες ζητιάνων. Ελεημοσύνες, λίγες στάλες μιας ασθενικής βροχής που άρχισε να πέφτει απότομα. Κοιτάζω ψηλά. Σκοτάδι. Δεν διακρίνω το σύννεφο που φέρνει βροχή. Μόνο ανοίγω το στόμα μου να πιω. Νόμιζα πεινούσα το πρωί, μα πιο πολύ διψάω. Η βροχή λιγοστή. Τι να πρωτοποτίσει?...

Σκύβω να πιω από το συντριβάνι. "Ανακυκλωμένο νερό" σκέφτηκα. Δεν έχω την πολυτέλεια να ψάξω για πηγή. Κόβει τις φλέβες του το άγαλμα στην μέση του συντριβανιού και ψιθυρίζει:

"Η δίψα της Ψυχής με γάργαρο αίμα ξεδιψά. Αλληγορία είναι. Στο ποίημα βρίσκουν πηγές οι Ζωές των Ανθρώπων, μα Εσύ πεθαίνεις. "

Πεθαίνω?... μα κι Εγώ ένα ποίημα ξεκλείδωσα και έφτασα ως εδώ. Πώς πεθαίνω?.. Άκου... ο κόσμος φωνάζει... οι φωνές φτάνουν ως εδώ... ο καπνός μυρίζει ακόμα... η βροχή, ασθενική,  μα μου δροσίζει το πρόσωπο... Μπορεί να διψάω, να πεινάω τόσο, μα έχω τις αισθήσεις μου... όχι, δεν τις έχω!.... Ο Λαβύρινθος στροβιλίζεται και χάνομαι.... απομακρύνομαι από όλα... τεντώνεται το σώμα μου να με φτάσει, μα χάνομαι.... χάνομαι...... στιγμιαία επανέρχομαι... και....

Δύο χέρια με έχουν αγκαλιά. Μου δροσίζουν το πρόσωπο με νερό. Το ρεύμα ήρθε. Οι αισθήσεις μου χάθηκαν. Ο ανελκυστήρας μετέφερε το άδειο σώμα μου στο ισόγειο. Μετά από ώρα με βρήκε ο πρώτος Άγνωστος Γείτονας της πολυκατοικίας που επέστρεφε από την βραδινή του βάρδια. Ο σίδηρος χαμηλά. Η φερριτίνη στο 3. Λιποθυμία με διάρκεια θανάτου. Εγώ στο πεζοδρόμιο να πάρω αέρα. Ο κόσμος φωνάζει.

Καπνός, μία Ζάλη, ένα Παιδί τσιρίζει στο αυτί μου... Το άγαλμα από το συντριβάνι:

"Όταν ξανάρθεις φέρε μου μία γουλιά Ποιήματος... Δεν αντέχεται τόσο σκοτάδι, τόσοι αυτόχειρες ανθισμένοι σαν αγκάθια στα παρτέρια του Κήπου... Φέρε μου μία γουλιά Ποιήματος να ποτίσω κι εγώ το αίμα μου...."

Συνήλθα πλήρως στο Κέντρο Υγείας. Δύο νοσοκόμες και ένας γιατρός γενικών καθηκόντων. Νοσοκομεία δεν έχουμε πια. Είχαν κλείσει πριν χρόνια, εις το όνομα κάποιων μνημονίων. Οι κλινικές είναι σουίτες πολυτελείας και εγώ κάτι χρόνια άνεργη. Κατέληξα εδώ. Μάτια ανοιχτά, της σιωπής. Δεν μιλούν με το στόμα πια οι Άνθρωποι. Το χέρι μου τρυπημένο από τον ορό. Από το σκοτεινό κελί του σταματημέΝου ανελκυστήρα βρέθηκα στο  λευκό κελί ενός Κέντρου Υγείας. Έτος?... Δεν θυμάμαι... Πόση ώρα να ήμουν λιπόθυμη?... Πόσα χρόνια Ποιήματος?...

Πόσα χρόνια που δεν με αναζήτησε κανείς?...